FacebookTwitterGoogle BookmarksRSS FeedPinterest

Καιρός


 

Κύναιθα

 Η Αρχαία Κύναιθα ήταν μια πολίχνη της βόρειας Αρκαδίας, κοντά στα όρια με την Αχαΐα σε απόσταση 7,5 περίπου χιλιομέτρων από τους Λουσούς.

Η πόλη ιδρύθηκε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Οι κάτοικοι της ονομάζονται από τον Πολύβιο Κυναιθείς ή Κυναθαείς. Η θέση της Κύναιθας δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί επιγραφικά, αλλά θεωρείται βέβαιο πως βρισκόταν κοντά στα σημερινά Καλάβρυτα. Στη διαπίστωση αυτή μας οδηγούν τα υπάρχοντα αρχαιολογικά ευρήματα.

Τις περισσότερες φιλολογικές πληροφορίες για την αρχαία Κύναιθα τις παίρνουμε από τον Πολύβιο, ο οποίος την αναφέρει συχνά στην ιστορία του συμμαχικού πολέμου (220-217 π.Χ). Κατά τον πόλεμο μεταξύ Αιτωλών και Αχαιών λίγο μετά το 220 π.Χ οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Κύναιθα βοηθούμενοι από προδότες που άνοιξαν μια πύλη. Οι Αιτωλοί λεηλάτησαν την πόλη και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους της, μεταξύ των οποίων και τους προδότες, και οικειοποιήθηκαν τις περιουσίες τους. Πολλοί από τους πολίτες βασανίστηκαν για να μαρτυρήσουν πού έχουν κρύψει χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Κατόπιν οι Αιτωλοί, αφού έγιναν κύριοι της Κύναιθας, άφησαν φρουρούς στα τείχη και προχώρησαν κατά των Λουσών. Επιστρέφοντας στην Κύναιθα την έκαψαν. Ο Πολύβιος αναφέρει πως η συμφορά των Κυναιθέων από τους Αιτωλούς κρίθηκε από όλους δίκαια, γιατί ενώ άνηκαν στους Αρκάδες, από πολύ νωρίς αποσπάστηκαν από τους ομόφυλούς τους και ζούσαν μέσα στην ωμότητα, τη παρανομία και την αγριότητα. Γνωστοί λοιπόν για την βαρβαρότητα και τις ανομίες τους και ζώντας μακριά από κάθε ανθρωπιστική αγωγή, έγιναν τόσο μισητοί, ώστε οι Αρκαδικές πόλεις αρνήθηκαν κάποτε να δεχτούν τους απεσταλμένους τους.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη ξανακτίστηκε και έκοψε και νομίσματα.

Στην Κύναιθα λατρευόταν ιδιαίτερα ο Διόνυσος, προς τιμήν του οποίου τελούσαν χειμερινή γιορτή, κατά την οποία άνδρες αλειμμένοι με λίπος θυσίαζαν έναν ταύρο που ξέκοβαν από ένα κοπάδι βοδιών. Σκοπός της θυσίας του ταύρου ήταν να βάλουν οι άνθρωποι το θεό μέσα τους τρώγοντας από το κρέας του θυσιασμένου ταύρου. Η ιεροπραξία αυτή δεν γινόταν τυχαία στους χειμερινούς μήνες. Οι άνθρωποι έτσι πίστευαν πως εξασφάλιζαν το δυνάμωμα και την ευφορία που τόσο χρειάζονταν το χειμώνα.

Επίσης λάτρευαν τον Δία, άγαλμα του οποίου είχαν αφιερώσει στην Ολυμπία. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το άγαλμα αυτό ήταν υπερφυσικού μεγέθους (2,60-2,70μέτρα) και παρίστανε τον Δία να κρατάει κεραυνούς και στα δυο του χέρια, με αποτέλεσμα να προκαλεί φόβο και να αποτρέπει τους ανθρώπους από την παρανομία.

Από τα μνημεία της πόλης δεν σώζεται τίποτα. Ο Παυσανίας κατά την επίσκεψή του στην Κύναιθα μεταξύ 121 και 125 μ.Χ. αναφέρει πως στην αγορά της πόλης υπήρχαν βωμοί των θεών και ένας ανδριάντας του αυτοκράτορα Αδριανού.

Σε μικρή απόσταση από την Κύναιθα υπήρχε μια πηγή με κρύο νερό κάτω από ένα πλατάνι, η οποία ήταν γνωστή ως Άλυσσος, γιατί θεράπευε όποιον έπασχε από λύσσα. Η πηγή αυτή ταυτίζεται σήμερα με μια πηγή σε μικρή απόσταση νοτιοδυτικά των Καλαβρύτων, στην οποία έχουν εντοιχιστεί αρχαίοι λίθοι.

Στη θέση Κιούπια, χίλια περίπου μέτρα ανατολικά των Καλαβρύτων, βρέθηκε ένας ταφικός πίθος με ένα μπρούντζινο κράνος, το οποίο προστάτευε το κρανίο, το μέτωπο και τους γνάθους, ενώ άφηνε ακάλυπτο τον τράχηλο. Επίσης βρέθηκαν δύο μπρούντζινες κνημίδες, ένα σιδερένιο ξίφος, δύο αιχμές ακοντίων και μια μπρούντζινη αιχμή δόρατος .Όλα αυτά μας οδηγούν στην υπόθεση πως στη θέση αυτή βρισκόταν το νεκροταφείο της Κύναιθας, ενώ ο λόφος με τα ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου των Καλαβρύτων πρέπει να είχε χρησιμοποιηθεί ως ακρόπολη και από τους κατοίκους της Κύναιθας.
http://www.ancient-arkadian-cities.gr/